ἄκανθα

ἄκανθα
Grammatical information: f.
Meaning: `thorn, thistle', name of different thorny plants (Strömberg Pflanzennamen 17), also `backbone, spine' of fishes, snake, man (Od.). Note ἄκανθος m. `acanthus' (Acanthus mollis) .
Other forms: ἀκανθίας kind of shark; grasshopper (cf. Strömberg Fischnamen 47, Wortstudien 17); ἀκανθίς name of a bird (`goldfinch' or `linnet', cf. Thompson Birds s. v.), also a plant; ἀκανθυλλίς bird-name (Thompson s. v.), ἀκανθίων `hedgehog', ἀκανθέα a plant, ἀκανθηλή meaning unknown.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]X [probably]
Etymology: The basic meaning is `thorn', and from there `backbone, spine'. Usually, ἄκανος `pine-thistle' is considered basic, but a connection with ἄνθος is improbable; a compound *ἄκ-ανθα `Stachelblume' (Kretschmer Einleitung 403 A. 1) is a type of etymology of the past. ἄκαν-θα acc. to Solmsen Wortf. 264. Belardi assumes an Indo-Mediterranean substr. word, connecting Skt. kaṇṭ(h)a-, but such combinations with Sanskrit are mostly incorrect, the Indo-Med. hypothesis quite doubtful. Most probable is a (Greek) substr. element, though in this case there is no positive indication except short (Beekes, Pre-Greek). There is no reason to assume a secondary Greek formation, as assumed by DELG. - One connects ἀκαλανθίς = ἀκανθίς (Ar.); Niedermann Glotta 19, 8ff. through metathesis of *ἀκανθαλίς.
Page in Frisk: 1,50

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἄκανθα — thorn fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άκανθα — Το αγκάθι, βελονοειδές έκφυμα των φυτών. Με το ίδιο όνομα υπάρχει και θάμνος που αριθμεί τρεις ποικιλίες, ά. η βασιλική, ά. η ινδική και ά. η αραβική καθώς και ένα δέντρο ιθαγενές της Αιγύπτου, γνωστό με την επιστημονική ονομασία ά. η αιγύπτια. Ά …   Dictionary of Greek

  • άκανθα φτέρνας — Ανώμαλη, συχνά επώδυνη, εξόστωση στην πίσω επιφάνεια της φτέρνας …   Dictionary of Greek

  • ἀκάνθας — ἀκάνθᾱς , ἄκανθα thorn fem acc pl ἀκάνθᾱς , ἄκανθα thorn fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄκανθ' — ἄκανθα , ἄκανθα thorn fem nom/voc sg ἄκανθαι , ἄκανθα thorn fem nom/voc pl ἄκανθε , ἄκανθος bearsfoot masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκάνθαι — ἀκάνθᾱͅ , ἄκανθα thorn fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκανθέων — ἄκανθα thorn fem gen pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκανθῶν — ἄκανθα thorn fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκάνθαις — ἄκανθα thorn fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκάνθης — ἄκανθα thorn fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκάνθῃ — ἄκανθα thorn fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.